H φυγή, από τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Φεύγει στο παρελθόν, χάνεται σε αναδιφήσεις βιβλίων, σε παλιές ιστορίες και
θέματα κι από κει μέσα μυκτηρίζει.
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΚΑΒΑΦΗ
·
Aρνιέται την κοινωνική ζωή. Ένας ατομιστής που δε ζει παρά μέσα
στην ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού, απομονωμένος, τραγικά
απομονωμένος από τη ζωή. […]
·
Γεμάτος αγωνία για τη μόνωσή του αυτή, αλλά και
ανίκανος κατά οιοδήποτε τρόπο ν’ αντιδράσει, ο Καβάφης ζει μεσ’ στο σκοτάδι και
φοβάται να ανοίξει τα παράθυρα της πραγματικότητας.[…]
·
Φοβάται κι απαξιεί τα νέα πράματα. Δεν πιστεύει
σε τίποτα, αυτός ο αριστοκράτης και αισθάνεται οποιαδήποτε αλλαγή μόνο σαν
έλευση των βαρβάρων. Κάποτε διαισθάνεται πως η έλευση αυτή (η αλλαγή) θα γίνει,
αναπότρεπτα. Ξέρει πως εκείνοι που φρουρούν τον παλιό πολιτισμό δε θα μπορέσουν
ν’ αντιταχθούν και τους τιμά με το θαυμασμό του. […]
·
Ωστόσο πλήττοντας περιμένει κι αυτός τους
βαρβάρους κι όταν οι βάρβαροι δεν έρχονται και τότε αγωνιά και σαρκάζει.
·
Toν
φοβίζουν τα γηρατειά.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ένας γέρος 1901
Στου καφενείου του
βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
Και μες στων άθλιων
γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.
Ξέρει που γέρασε πολύ·
το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
Και συλλογιέται η
Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»
Θυμάται ορμές που
βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
… Μα απ’ το πολύ να
σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.
Το ποίημα ανήκει στην
περίοδο 1896-1904, γράφτηκε το 1901.
Είναι γραμμένο σε έξι στροφές από τρεις στίχους η κάθε στροφή. Έχει πολύ
πλούσια ομοιοκαταληξία και ομοιοκαταληκτούν οι δύο πρώτοι στίχοι κάθε στροφής
και ο τρίτος της μιας στροφής με τον τρίτο της άλλης.
Θυμήσου,
Σώμα...
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο
αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε. Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν, μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν, θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν· πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα. |
«Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν
Kομμαγηνή· 595 μ.X.»
Το γήρασμα του σώματος
και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό
μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι
καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη
της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από
φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές,
εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό
μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε
Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο—
να μη νοιώθεται η πληγή.
[1921]
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΤΟΠΟ
ΤΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΒΑΦΗ